ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟ ΟΥΤΙ (ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ)
Παράδοση αιώνων
Με τις ρίζες του να φτάνουν μέχρι την αρχαία λίρα, το ούτι κατάφερε στο πέρασμα των αιώνων να εξελιχθεί, και να δώσει το δικό του στίγμα σε δύση και ανατολή. Άλλοτε ως ούτι και άλλοτε ως λαούτο, κατοχυρώθηκε στην συνείδηση του λαού μας, αποτελώντας πλέον στοιχείο της μουσικής μας κληρονομιάς.
Ά μέροςΤου Χρήστου Τσιαμούλη, μουσικοσυνθέτη, καθηγητή παραδοσιακής μουσικής στο Ωδείο Αθηνών
Η παρουσία αρχαίων οργάνων που έφτασαν ως την εποχή μας, μέσω των εξελιγμένων τους βέβαια μοντέλων, αποκτά σήμερα μεγάλη σπουδαιότητα.

Το μπεντίρ δεν μπορεί να πει κανείς ότι χαρακτηρίζει και ότι είναι οργανικά δεμένο αμιγώς με την ελληνική μουσική παράδοση. Συναντιέται κυρίως στις αραβικές χώρες της βόρειας Αφρικής αλλά και στην οθωμανική μουσική παράδοση όπου με τον βαθύ και επιβλητικό ήχο του αποτελεί μαζί με άλλα κρουστά μουσικά όργανα (νταραμπούκες, ρέκ, νταούλια, ζίλια κ.ά.), βασικό όργανο της ρυθμικής βάσης αυτής της μουσικής. Στις μέρες μας, το μπεντίρ, χρησιμοποιείται ευρέως μέσα από μια "έθνικ" αντίληψη για τη μουσική σε πολλές σύγχρονες παραγωγές και πολλά μουσικά σχήματα το εντάσσουν στον ήχο τους και τα εκφραστικά τους μέσα, ούτως ώστε πιά να θεωρείται και να είναι ένα "δικό μας" όργανο.
Αν το δει κανείς πιο πλατιά, δεν είναι παρά ένα ακόμα όργανο της οικογένειας του αρχαίου ελληνικού "τύμπανου", της πιο διαδεδομένης μορφής κρουστού ανά τους αιώνες και ανά τον κόσμο, δηλαδή ένα κυλινδρικό ρηχό στεφάνι με τεντωμένο επάνω του ένα δέρμα.
Σ' αυτή την κατηγορία, αλλά με την προσθήκη κυμβάλων (ζίλια), ανήκουν και το ηπειρώτικο ντέφι, οι νταϊρέδες, αλλά και τα κάθε είδους "ντέφια" που συναντάει κανείς στην περιοχή μας, αλλά και τα διάφορα "frame drum" ανά τον κόσμο . Το μπεντίρ δεν διαθέτει ζίλια, σε πολλές όπως περιπτώσεις, εφαρμόζεται πάνω στο δέρμα μια χορδή από πλαστικό ή άλλο υλικό, η οποία του προσδίδει ένα χαρακτηριστικό ήχο "τριξίματος".
Το δέρμα του όπως και στο τουμπελέκι μπορεί να είναι ζωικό, από κατσίκι, ή πλαστικό για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί στην ανάρτηση για το τουμπελέκι, και μπορεί να κουρδίζεται ή όχι, υπάρχουν δε, πολλά και ποικίλα μεγέθη.
Τα παραδοσιακά μπεντίρ δεν κουρδίζονται εμπίπτοντας έτσι στις δυσκολίες των διαφορών υγρασίας, θερμοκρασίας, που εξηγήσαμε και για το τουμπελέκι και σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει κανείς να διαλέξει προσεκτικά ένα όργανο, γιατί με τον ήχο που έχει από "τη μάννα του", μ' αυτόν θα πορευτεί εσαεί.
Σήμερα πάντως, κυκλοφορούν στο εμπόριο μπεντίρ κατασκευασμένα από γνωστές φίρμες, τα οποία κουρδίζονται με μεταλλικά κλειδιά και καλό συνθετικό δέρμα, λύνοντας έτσι επαρκώς όλο το πρόβλημα του κουρδίσματος και του τόνου που παράγει το όργανο.
Σε ότι αφορά το μέγεθος, ένα μπεντίρ διαμέτρου 40 - 50 εκ. , είναι καλό για γενική χρήση, υπάρχουν όμως και μεγαλύτερα όργανα, έως πολύ μεγάλα, κατάλληλα για πιο εντυπωσιακούς, μεγαλύτερης διάρκειας και πιο τελετουργικούς ήχους.
Το καλό με τα όργανα που κουρδίζουν είναι ότι μπορούμε να χαλαρώσουμε λίγο το κούρδισμα και να επιτύχουμε έτσι έναν πιο μπάσο ήχο που να προσομοιάζει μεγαλύτερο όργανο, ανάλογα με τις ανάγκες μας.
Όσο πιο βαθιά μπαίνει κανείς στον κόσμο των κρουστών και όσο ψάχνει και πειραματίζεται, όσο δηλαδή θα μαθαίνει, τόσο πιο εύκολο θα του είναι να διαλέξει ένα καλό όργανο που να εξυπηρετεί ακριβώς τις ανάγκες του και τον σκοπό για τον οποίο το θέλει. Αν είστε άπειροι, για αρχή, καλό είναι να απευθυνθείτε σε κάποιον που ξέρει, ώστε να αποφύγετε αποτυχημένες αγορές και επιτήδειους πωλητές.
Αυτά για τώρα και σε άλλη ανάρτηση θα εξετάσουμε τον τρόπο παιξίματος, το κούρδισμα κ.ά.
Γ.ΝΤ.
πηγή: krousta-cosmos.blogspot.com

Το λαούτο είναι έγχορδο όργανο και αποτελείται βασικά από ένα μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο που καταλήγει σε ένα μακρύ βραχίονα ο οποίος χωρίζεται με κινητές υποδιαιρέσεις, τους μπερντέδες.
Το ηχείο στην πίσω πλευρά είναι κυρτό φτιαγμένο με λεπτές ξύλινες λωρίδες τις ντούγιες ενώ στην μπροστινή σκεπάζεται από λεπτό ξύλινο καπάκι που στο κέντρο του υπάρχει ένα στρογγυλό άνοιγμα η ροδάντζα συχνά διακοσμημένη με ξύλινο γλυπτό αραβούργημα Πάνω στο καπάκι βρίσκεται κολλημένος ο καβαλάρης , ένα λεπτό κομμάτι από σκληρό ξύλο για τη στήριξη των χορδών από τη μία άκρη, ενώ απ ΄ την άλλη αυτές στηρίζονται στο άκρο του βραχίονα τον καράβολα, εκεί όπου βρίσκονται και τα κλειδιά για το κούρντισμα. ΄Εχει τέσσερα ζευγάρια μεταλλικές χορδές και παίζεται με πένα.
Το κλαρίνο, ως λαϊκό μουσικό όργανο, έρχεται στην Ελλάδα απ' την Τουρκία με τους Τουρκόγυφτους, γύρω στα 1835. Πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την `Ηπειρο και τη δυτική Μακεδονία, απ' όπου και προχωρεί προς τα κάτω. Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την κομπανία, το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα πού αντικαθιστά σιγά-σιγά την πατροπαράδοτη ζύγια νταούλι-ζουρνά.
Τα κλαρίνα πού χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι συνήθως σε σιμπεμόλ ( =σι ύφεση) ή λα κυρίως. Στη Θράκη παίζουν με σολ.. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα με ντο λόγω της έντασης και της οξύτητας του ήχου που έχουν (δυνατά και πρίμα). Την ονομασία αυτή την παίρνουν από την οξύτητα του ήχου (δηλ. ποια νότα ακούμε) όταν στο κλαρίνο παίζουμε το ντο.
|
Το σαντούρι, σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3 - 5 χορδές κουρδισμένες στον ίδιο τόνο. Είναι τοποθετημένο πάνω σε βάση, πάνω από τα γόνατα του οργανοπαίκτη. Πολλές φορές είναι κρεμασμένο στους ώμους, όταν στον γάμο πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη, σε πατινάδες κλπ, (έθιμο που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει). Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι ή δέρμα. Οι μπαγκέτες, με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα πάνω, κρατιώνται ανάμεσα στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, με τη βοήθεια του αντίχειρα. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Η ονομασία του μάλλον προέρχεται από το βυζαντινό όργανο ψαλτήρι (μιας και φαινομενικά μοιάζει με το κανονάκι), και μέσα από τους αιώνες έφτασε να ονομάζεται σαντούρι: ψαλτήρι -> σαντίρ -> σαντούρι. Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τις περσικές λέξεις "σαν ταρ" = εκατό χορδές. Σαντούρια επίσης μπορούμε να βρούμε στη Ρουμανία, καθώς και σε χώρες της Μέσης Ανατολής (Αραβία, Ιράν κλπ) αλλά διαφέρουν από λίγο εως πολύ από το ελληνικό σαντούρι.
Το κανονάκι ή ψαλτήριο αποτελείται από ένα ηχείο σε σχήμα ορθογωνίου τραπεζίου, πάνω στο οποίο είναι τεντωμένες οι χορδές (από έντερο ή από πλαστική ύλη) κατά μήκος των δυο παραλλήλων πλευρών του. Στο καπάκι (δηλ. την ξύλινη επιφάνεια κάτω από τις χορδές) ανοίγονται μια ή περισσότερες τρύπες, συχνά διακοσμημένες. Στην αριστερή πλευρά βρίσκονται τα "μανταλάκια", ή μαντάλια, ένα είδος από κινητούς καβαλάρηδες, που με το ανέβασμα ή το κατέβασμά τους υψώνουν ή χαμηλώνουν το ύψος των φθόγγων κατά 1/4 του τόνου (ισούται περίπου με 2-3 μόρια ή κόμματα). Κάθε φθόγγος μπορεί να έχει από ένα μέχρι 5-6 περίπου μανταλάκια. Το όργανο έλκει πιθανότατα το όνομά του από τον γνωστό μουσικό "Κανόνα" του Πυθαγόρα.
Τα αερόφωνα είναι τα όργανα που είναι πιο κοντά στη δική μας ανθρώπινη φύση. Χρειάζονται την ανάσα μας, τον αέρα που θα φυσήξουμε μέσα τους. Και είναι πολύ σπουδαίο, γιατί η έκφραση που έρχεται από τον ίδιο μας τον εαυτό, περνάει μέσα στους σωλήνες (καλαμένιους, ξύλινους ή κοκάλινους) και ο ήχος είναι πραγματικά πολύ εκφραστικός. Υπάρχουν τρία ποιμενικά καλαμένια διαφορετικά όργανα: οι φλογέρες, τα σουραύλια και οι μαντούρες. Το διαφορετικό που έχουν είναι η άκρη τους που εκεί ακουμπάμε τα χείλια μας για να πάιξουμε.1
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν το κλαρίνο, η φλογέρα, το σουραύλι, η μαντούρα, η τσαμπούνα, η γκάιντα και ο ζουρνάς. 2 
Χορδόφωνα είναι τα όργανα που έχουν χορδές για να δίνουν το διαφορετικό ηχόχρωμα από τις άλλες ομάδες οργάνων.1 Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ο ταμπουράς, το λαγούτο, το ούτι, η κιθάρα, η λαγουτοκιθάρα, τα μαντολινάτα, το βιολί, η λύρα, ο κεμεντζές, το κανονάκι, και το σαντούρι.2
Μια χορδή δίνει ανάλογα με το μήκος της διαφορετικούς τόνους. Αν είναι μεγάλη, ο ήχος είναι βαθύτερος, γιατί οι κραδασμοί της είναι πιο αργοί. Αν όμως αυτή την ίδια σε πάχος χορδή την κοντύνουμε, ο ήχος θα είναι πιο οξύς, γιατί οι κραδασμοί (οι παλμικές κινήσεις) θα είναι πιο σύντομες.1
Οι τεντωμένες χορδές στα έγχορδα όργανα παίζονται με πολλούς τρόπους: με το δοξάρι, με τα δάχτυλα, με την πένα ή τις μπαγκέτες.1
Τα όργανα που για να ηχήσουν, πρέπει οι χορδές τους να τσιμπηθούν με τα δάχτυλα ή με την πένα, λέγονται νυκτά.1 
|